Από: Αντιστράτηγο ε.α. Ιωάννη Κρασσά
«Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε (προχωρήστε), ἐλευθεροῦτε πατρίδ᾿ ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρώων ἔδη (ναούς), θῆκας (τάφους) τε προγόνων· νῦν (τώρα) ὑπὲρ πάντων ὁ ἀγὼν». Ὁ Παιάνας τῶν Σαλαμινομάχων.
Η Εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδος
Ο Βασιλέας Ξέρξης Α΄[1] (519-465 π.Χ.) της Περσίας, 10 χρόνια μετά την ήττα του πατέρα του Δαρείου Α΄[2] (550-486 π.Χ.) στη μάχη του Μαραθώνος[3] (490 π.Χ.), αποφάσισε να εκστρατεύσει για δεύτερη φορά κατά της Ελλάδος, επιλέγοντας να κινηθεί αυτή τη φορά τόσο από ξηράς όσο και από θαλάσσης. Η κατάκτηση και η μετατροπή της Ελλάδος σε περσική σατραπεία θα ενίσχυε την εξουσία του και θα εξάλειφε μια «ἐν δυνάμει» απειλή για την αυτοκρατορία του. Η κατάληψη της ισχυρής κατά ξηρά και θάλασσα Ελλάδος, θα οδηγούσε στην υποταγή και άλλους λαούς, όπως εύστοχα είπε ο Ξέρξης (Ηρόδοτος[4] (7.8γ2)), «Οὕτω οἵ τε ἡμῖν αἴτιοι ἕξουσι δούλιον ζυγὸν οἵ τε ἀναίτιοι. (Έτσι θα μπουν στο ζυγό της σκλαβιάς κι όσοι μας έφταιξαν κι όσοι δε μας έφταιξαν)». Η Αθήνα και η Σπάρτη συμμάχησαν για την αντιμετώπιση της απειλής του ενός εκατομμυρίου στρατιωτών και των 1.200 πλοίων, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Σύγχρονοι ιστορικοί εκτιμούν ότι η συνολική δύναμη των μαχίμων στρατιωτών δεν υπερέβαινε τις 300.000, ενώ οι παρέχοντες υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας ήταν διπλάσιοι.
Η Περσία αποτελούσε την μοναδική υπερδύναμη της εποχής και ο έλεγχος της Μεσογείου ήταν ζωτικής σημασίας για την εδραίωση της κυριαρχίας της. Στις ημέρες μας παρατηρούνται ανάλογες γεωπολιτικές επιδιώξεις: Η Ρωσία θέλει να καταλάβει την Ουκρανία, η Κίνα την Ταϊβάν, ενώ οι ΗΠΑ θέλουν να ελέγξουν τα στενά του Ορμούζ και να μην επιτρέψουν στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Η Κάθοδος των Περσών
Ο Περσικός στρατός αφού διέσπασε την άμυνα των Ελλήνων στις Θερμοπύλες (βλέπε σχετικό άρθρο Η Μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.) κινήθηκε προς νότον. Ο ελληνικός στόλος που κάλυπτε τα πλευρά του ελληνικού στρατού, μετά την επιτυχή αντιμετώπιση του στόλου του Ξέρξη στο Αρτεμίσιο,[5] κατευθύνθηκε στον Κόλπο του Σαρωνικού. Ο Θεμιστοκλής[6] μεταχειριζόμενος κάθε μέσον αγωνίστηκε να πείσει τους συμπατριώτες του να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να μεταβούν στα πλησιέστερα νησιά. Τον Αύγουστο του 480 π.Χ., οι Πέρσες είχαν καταλάβει την Αττική και πυρπόλησαν την Αθήνα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η κατάσταση είχε διαμορφωθεί ως εξής: Στο έδαφος οι Έλληνες αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς στον ισθμό της Κορίνθου, ο οποίος λόγω του μικρού εύρους και του υπάρχοντος τείχους, παρείχε πλεονέκτημα στους αμυνόμενους. Στη θάλασσα όμως δεν είχαν λάβει απόφαση εάν θα ναυμαχούσαν στην περιοχή της Σαλαμίνος ή θα κατευθύνονταν προς τον ισθμό εγγύτερα στην Πελοπόννησο. Σε κάθε περίπτωση απαιτούνταν ένα ισχυρό κτύπημα προκειμένου να ανακοπεί η προέλαση των Περσών, οι οποίοι είχαν θέσει ως τελικό αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη ολοκλήρου της Ελλάδος.

Οι Αντίπαλες Δυνάμεις
ΕΛΛΑΣ: Ο ενωμένος ελληνικός στόλος αποτελείτο από 378 πλοία συγκεντρωμένα στη Σαλαμίνα. Η Αθήνα συμμετείχε με 180 τριήρεις, η Κόρινθος με 40, η Αίγινα με 30, τα Μέγαρα και η Χαλκίδα με 20 και η Σπάρτη με 16. Δεκατέσσερις επιπλέον ελληνικές πόλεις[7] συμμετείχαν με μικρότερο αριθμό πλοίων. Τα περισσότερα εξ αυτών ήσαν τριήρεις (170 κωπηλάτες, 85 σε κάθε πλευρά σε τρεις επάλληλες σειρές) και τα υπόλοιπα πεντηκόντοροι (50 κωπηλάτες, 25 σε κάθε σειρά). Ο συνολικός αριθμός των οπλιτών που επέβαιναν επί των πλοίων υπολογίζεται σε περίπου 4.500 (15 σε κάθε πλοίο). Η αρχηγία του στόλου ανατέθηκε για λόγους σκοπιμότητος στον Σπαρτιάτη Ναύαρχο Ευρυβιάδη. Ο Αθηναίος Ναύαρχος Θεμιστοκλής αποδείχθηκε ο πρωταγωνιστής και ο ιθύνων νους της ναυμαχίας της Σαλαμίνος. Οι επικεφαλής των δυνάμεων της Κορίνθου Αδείμαντος και της Αίγινας Κριός υπήρξαν εκ των πρωταγωνιστών της συγκρούσεως.

ΠΕΡΣΙΑ. Ο συνολικός αριθμός των πλοίων της Περσίας που συμμετείχε στη ναυμαχία υπολογίζεται περί σε 600 με 800[8], προερχόμενα από υποτελή στην αυτοκρατορία έθνη (Η Φοινίκη με 300 τριήρεις, η Αίγυπτος με 200, η Κύπρος με 150, η Κιλικία με 100, η Ιωνία με 100, λοιπές πόλεις[9] 250). Ο περσικός στόλος είχε απωλέσει περί τα 500 πλοία λόγω της κακοκαιρίας στο ακρωτήριο Σηπιάδα της Μαγνησίας και στα Κοίλα της Εύβοιας και περί τα 40 στη ναυμαχία του Αρτεμισίου. Οι επιβαίνοντες στα πλοία στρατιώτες ανέρχονταν σε 32.000 (40 ανά τριήρη). Οι ετεροθαλείς αδελφοί του Ξέρξη Αριαβίγνης και Αχαιμένης τέθηκαν επικεφαλής των ιωνικών-καρικών και αιγυπτιακών μοιρών αντίστοιχα. Ο Πρεξάσπης (530-450 π.Χ.) με το Μεγάβαζο ηγούνταν των Φοινικικών δυνάμεων, ενώ η Βασίλισσα Αρτεμισία της Αλικαρνασσού υπήρξε η μοναδική γυναίκα διοικητής ναυτικής δυνάμεως.
Τα Προηγηθέντα της Ναυμαχίας
Η κύρια διαφωνία μεταξύ των Ευρυβιάδη, Αδείμαντου και του Θεμιστοκλή αφορούσε την περιοχή διεξαγωγής της ναυμαχίας. Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος δεν είχε τη στόφα του μεγάλου ηγέτη και δυσκολευόταν να αποφασίσει, ενώ ο Κορίνθιος Αδείμαντος ήθελε ο στόλος να πλεύσει στον όρμο των Κεχριών. Το σκεπτικό των Πελοποννησιών ήταν το εξής: Σε περίπτωση επικρατήσεως των Περσών, οι Έλληνες θα εγκλωβίζονταν στα στενά της Σαλαμίνος, ενώ εάν μετέβαιναν στον ισθμό θα μπορούσαν να διαφύγουν για να υπερασπιστούν τις πόλεις τους. Ο Θεμιστοκλής γνώριζε πολύ καλά ότι δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία να βρεθεί συγκεντρωμένος όλος ο ελληνικός στόλος και ήταν πεπεισμένος ότι ο ιδανικός χώρος ήταν τα στενά της Σαλαμίνος. Οι Έλληνες μόνο στη θάλασσα θα μπορούσαν να νικήσουν τους Πέρσες, επιλέγοντας το πεδίο της μάχης, εκμεταλλευόμενοι τις ανώτερες ναυτικές ικανότητές τους και τα πλεονεκτήματα των ευέλικτων πλοίων τους. Στην ανοιχτή θάλασσα οι Πέρσες είχαν το πλεονέκτημα, ενώ τα στενά ευνοούσαν τους Έλληνες. Η γεωγραφία αποτελεί ανέκαθεν τον σταθερό παράγοντα των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Όποιος τον αγνοεί πληρώνει το τίμημα. Στις ημέρες μας τα μεγάλα αμερικανικά πολεμικά πλοία δεν εισέρχονται στα στενά του Ορμούζ, γιατί καθίστανται ευάλωτα.

Δύο περιστατικά έχουν περάσει στην ιστορία τα οποία είναι ενδεικτικά του κλίματος που επικρατούσε κατά τα συμβούλια των αρχηγών. Ο Θεμιστοκλής άρχισε να ομιλεί πριν του δοθεί ο λόγος, γεγονός που προκάλεσε τη πρώτη στιχομυθία.
- Αδέιμαντος: «Στους αγώνες αυτοί που ξεκινούν πριν την ώρα τους τους ραβδίζουν».
- Θεμιστοκλής: «Ναι αλλά αυτοί που καθυστερούν δεν στεφανώνονται». (8ο Βιβλίο Ηροδότου Ουρανία στίχος 59[10])
Όταν ο Ευρυβιάδης θυμωμένος σήκωσε το ραβδί του για να τον χτυπήσει, ο Θεμιστοκλής είπε την περίφημη φράση: «Πάταξον μέν, ἄκουσον δέ (Χτύπησε με, αλλά άκουσέ με».
Στη συνέχεια ο Αδείμαντος έγινε περισσότερο πικρόχολος, προτρέποντας τον Θεμιστοκλή να σωπάσει γιατί στερείται πατρίδος, αποκαλώντας τον «άπολη (χωρίς πόλη)» και πρότεινε στον Ευρυβιάδη να του στερήσει το δικαίωμα της ψήφου. Ο Θεμιστοκλής κατακεραύνωσε τον Αδείμαντο και τους Κορίνθιους λέγοντας, ότι οι Αθηναίοι διέθεταν την ισχυρότερη πόλη, όσο είχαν τα 200 πολεμικά πλοία τους. (8ο Βιβλίο Ηροδότου Ουρανία στίχος 61[11])

Ο Θεμιστοκλής τελικά τα έπαιξε όλα για όλα. Έστειλε τον Μικρασιάτη δούλο του Σίκκινο, που μιλούσε περσικά, να ειδοποιήσει τον Ξέρξη, προκειμένου να τους εμποδίσει να διαφύγουν. Ο Ξέρξης επιθυμούσε να τελειώνει με τους Έλληνες μια και καλή και γι’ αυτό μετακίνησε τον στόλο του και έκλεισε τα στενά.
Η Ναυμαχία
Η αυγή της 22ας Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. (ή 28 Σεπτ.), βρήκε τους δύο στόλους αντιμέτωπους στον θαλάσσιο χώρο των στενών της Σαλαμίνος (Αμφιάλη-Ακρωτήριο Κυνόσουρας). Ο Θεμιστοκλής τοποθέτησε τα αθηναϊκά πλοία στο αριστερό της ελληνικής παρατάξεως έναντι των φοινικικών, που αποτελούσαν το ισχυρότερο τμήμα του εχθρικού στόλου. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Θεμιστοκλής γνώριζε και εκμεταλλεύτηκε το «καιρό» των στενών. Το πρωί ο άνεμος φυσούσε βορειοδυτικός με τα ελληνικά πλοία να υποχωρούν κωπηλατώντας προς τα πίσω. Στις 10:00 ο άνεμος γύρισε νοτιοανατολικός, ο οποίος δεν ήταν πολύ ισχυρός, αλλά αιφνιδίασε τους Πέρσες και άλλαξε την κατάσταση στο πεδίο. Τα εχθρικά πλοία αποκάλυψαν τα πλευρά τους στις ελληνικές τριήρεις και ο αυξημένος κυματισμός δημιούργησε κλυδωνισμούς οι οποίοι μείωσαν την αποτελεσματικότητα των βολών των πολυάριθμων τοξοτών που επέβαιναν επ΄αυτών.

Η γενναιότητα, η τόλμη και η ναυτοσύνη των Ελλήνων, συνεπικουρούμενες από τη θαλάσσια αύρα, έδωσαν τη νίκη στους προγόνους μας. Οι Φοίνικες υποχώρησαν δημιουργώντας σύγχυση στο σύνολο του στόλου, η οποία εντάθηκε από τις καχυποψίες και τα φυλετικά μίση που ελλόχευαν στο βαρβαρικό στρατόπεδο. Στο τέλος της ημέρας 200 περσικές τριήρεις μεταβλήθηκαν σε παλιόξυλα. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε 40 πλοία. Το ηθικό των Περσών κατρακύλησε στο βυθό της θαλάσσης. Ο Ξέρξης αποχώρησε από την Ελλάδα αναθέτοντας τη συνέχιση της εκστρατείας στον εξάδελφο και κουνιάδο του Μαρδόνιο[12] (525-479 π.Χ.).

Ο Επίλογος
- Η νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα αποτελεί μια από τις λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας μας, η οποία εκτός από την υπεράσπιση της ελευθερίας μας, διαφύλαξε και την πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
- Οι 15 πολιτείες οι οποίες επωμίσθηκαν την υπεράσπιση της Ελλάδος ήσαν: η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κόρινθος, η Αρκαδία, η Ηλεία, η Τροιζήνα, τα Μέγαρα, η Σικυώνα, η Επίδαυρος, η Τίρυνθα, οι Πλαταιές, οι Μυκήνες, οι Θεσπιές, η Ερμιόνη και ο Φλειούς (πλησίον της Νεμέας). Οι λοιπές είτε μήδισαν (προσχώρησαν στους Πέρσες), είτε αδράνησαν.
- Η ναυμαχία της Σαλαμίνος επιβεβαίωσε ότι η ενότητα ενός λαού αποτελεί αναντικατάστατο παράγοντα της ισχύος του. Την αυτονόητη αυτή αλήθεια αδυνατούμε να ενστερνισθούμε λόγω του πελώριου, ατιθάσευτου και αυτοκαταστροφικού μας εγώ, το οποίο υπήρξε διαχρονικά η αιτία πολλών συμφορών μας.
- Για την κοσμοϊστορική αυτή νίκη, ανεγέρθηκε μνημείο στην Κυνόσουρα της Σαλαμίνας, αντάξιο της νεοελληνικής μιζέριας μας. Θα έπρεπε κατ' ελάχιστον να υπάρξει κατάλληλη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και ενημερωτικά βοηθήματα σχετικά με τη διεξαγωγή της ναυμαχίας και τους πρωταγωνιστές.
- Χωρίς τη νίκη της Σαλαμίνος δεν θα υπήρχε ούτε Παρθενώνας, ούτε χρυσούς αιώνας. Οι ευλαβείς όμως προσκυνητές του χώρου, στα παιχνιδίσματα του νερού με τον ήλιο, μπορούν να διακρίνουν τους σαλαμινομάχους να μάχονται με ανδρεία και μπορούν να αφουγκραστούν στα γυρίσματα του μπάτη τον αντίλαλο του Παιάνα: « Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἲτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδα…».

Ο τύμβος των Σαλαμινομάχων στη Κυνόσουρα της Σαλαμίνος.
Αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Κρασσάς
Σεπτέμβριος 2026
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Ξέρξης Α΄(519-465 π.Χ.) ήταν βασιλιάς της Περσίας και φαραώ της Αιγύπτου, ένας από τους κορυφαίους βασιλείς από την περσική δυναστεία των Αχαιμενιδών. Το όνομά του είναι παραφθορά του αρχαίου περσικού Χσαγιαρσά και σημαίνει Κυρίαρχος Ηρώων. Βασίλεψε από το 486 π.Χ. έως το 465 π.Χ. 
Ξέρξης Α΄
[2] Ο Δαρείος Α΄ της Περσίας, ή ο Δαρείος ο Μέγας (550-486 π.Χ.), θεωρείται μαζί με τον Κύρο εκ των κορυφαίων βασιλείς της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Έλαβε το τίτλο του «Μέγα Βασιλέως» και άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην ιστορία λόγω των μεταρρυθμίσεων που εισήγαγε και των εκστρατειών που διεξήγαγε.

Δαρείος Α΄
[3] Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 490 π.Χ., 10.000 Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Μιλτιάδου και 1.000 Πλαταιείς υπό τον Αρίμνηστο, νίκησαν στην πεδιάδα του Μαραθώνος ένα στράτευμα 50.000 Περσών, υπό τον Δάτη και τον Αρταφέρνη. Οι απώλειες των Ελλήνων ανήλθαν σε 203 (192 Αθηναίοι και 11 Πλαταιείς), ενώ των Περσών σε 6.400. Η σύγκρουση εντάσσεται στους Περσικούς Πολέμους, με τους οποίους ο βασιλεύς των Περσών Δαρείος προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του προς την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η αποστολή βοηθείας των Αθηναίων και Ερετριέων προς τις Ιωνικές πόλεις Μίλητο και Έφεσο που επαναστάτησαν κατά των Περσών το 499 π.Χ., έδωσαν την αφορμή στον Δαρείο να εκστρατεύσει κατά των Αθηνών και της Ερέτριας.

Μιλτιάδης
[4] Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς (484-425 π.Χ), αποκλήθηκε «Πατέρας της Ιστορίας» από τον Ρωμαίο ρήτορα Κικέρωνα (106-43 π.Χ.). Το ιστορικό του έργο έχει ως θέμα τους Περσικούς Πολέμους και χωρίζεται σε 9 βιβλία που το καθένα φέρει το όνομα μια Μούσας.

Ηρόδοτος
[5] Η ναυμαχία του Αρτεμισίου διεξήχθη το 480 π.Χ. στο ομώνυμο ακρωτήριο στην Βόρεια Εύβοια, παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών. Αποτέλεσε μία από τις πλέον στρατηγικής σημασίας ναυτική σύγκρουση των Περσικών Πολέμων, καθώς ο ελληνικός στόλος είχε ως αποστολή τη προστασία των δυνάμεων του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, ώστε να μην υπερφαλαγγιστούν από τη θάλασσα. Οι απωλειες των Περσών ανήλθαν σε 500 περίπου τριήρεις.

[6] Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους ο Φρεάριος (Αθήνα 527 π.Χ.-Μαγνησία Ιωνίας 459 π.Χ.). Υπήρξε ένας μεγαλοφυής στρατηγός και διορατικός ηγέτης, ο οποίος κατέστησε την Αθήνα την ισχυρότερη ναυτική δύναμη της Μεσογείου. Οι Αθηναίοι τον εξόρισαν το 471 π. Χ. Ο Ξέρξης τον δέχθηκε με μεγάλες τιμές και του παρεχώρησε τις προσόδους της Λαμψάκου, της Μυούντας και της Μαγνησίας. Αυτοκτόνησε, όταν του ζητήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά της Αιγύπτου. Δεν θέλησε να φανεί αγνώμων προς τον ευεργέτη του, ούτε να πολεμήσει εναντίον των Αθηναίων που βοήθησαν τους Αιγύπτιους.

Θεμιστοκλής
[7] Στον ελληνικό στόλο συμμετείχαν επίσης πλοία από τις εξής πόλεις:
- Σικυώνα: 15 τριήρεις
- Επίδαυρος: 10 τριήρεις
- Ερέτρια: 7 τριήρεις
- Αμβρακία: 7 τριήρεις
- Τροιζήνα: 5 τριήρεις
- Νάξος: 4 τριήρεις
- Κέα: 4 τριήρεις (2 πεντηκόντοροι)
- Ερμιόνη: 3 τριήρεις
- Στύρα: 2 τριήρεις
- Κύθνος: 1 τριήρης και 1 πεντηκόντορος
- Μήλος: 2 πεντηκόντοροι
- Κρότωνας: (Κάτω Ιταλία): 1 τριήρης (η μοναδική αποικία που συμμετείχε στη ναυμαχία)
- Σίφνος: 1 πεντηκόντορος
- Σέριφος: 1 πεντηκόντορος
[8] Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (βιβλίο 7), ο περσικός στόλος κατά την έναρξη της εκστρατείας αριθμούσε 1207 τριήρεις, αλλά μετά τις απώλειες στο Αρτεμίσιο είχε μειωθεί στις 800 τριήρεις).
[9] Λοιπές πόλεις: Καρία με 70 πλοία, Αιολείς και Δωριείς με 100, ενώ οι Παμφύλιοι και Λύκιοι με 80.
[10] «Ὣς δὲ συνῆλθον, πρὶν ἢ τὸν Εὐρυβιάδην προθεῖναι τὸν λόγον τῶν εἵνεκα συνήγαγε τοὺς στρατηγούς, ὁ Θεμιστοκλέης πολλὸς ἦν ἐν τοῖσι λόγοισι οἷα κάρτα δεόμενος· λέγοντος δὲ αὐτοῦ ὁ Κορίνθιος στρατηγὸς Ἀδείμαντος ὁ Ὠκύτου εἶπε· “Ὦ Θεμιστόκλεες, ἐν τοῖσι ἀγῶσι οἱ προεξανιστάμενοι ῥαπίζονται”. Ὁ δὲ ἀπολυόμενος ἔφη· “Οἱ δέ γε ἐγκαταλειπόμενοι οὐ στεφανοῦνται”».
[11] «Ταῦτα λέγοντος τοῦ Θεμιστοκλέος, αὖτις ὁ Κορίνθιος Ἀδείμαντος ἐπεφέρετο, κελεύων τε σιγᾶν τῷ μή ἐστι πατρίς, καὶ Εὐρυβιάδην οὐκ ἐῶν ἐπιψηφίζειν ἀπόλι ἀνδρί· πόλιν γὰρ τὸν Θεμιστοκλέα παρεχόμενον οὕτω ἐκέλευε γνώμας συμβάλλεσθαι. Τοῦτο δέ οἱ προέφερε ὅτι ἡλώκεσάν τε καὶ κατείχοντο αἱ Ἀθῆναι. Τότε δὴ ὁ Θεμιστοκλέης κεῖνόν τε καὶ τοὺς Κορινθίους πολλά τε καὶ κακά ἔλεγε, ἑωυτοῖσι δὲ ἀπέφαινε ἔστι πόλις καὶ γῆ μέζων ἤ κείνοισι, ἔστ᾽ ἂν διηκόσιαι νέες σφι ἔωσι πεπληρωμέναι· οὐδαμούς γὰρ Ἑλλήνων αὐτοὺς ἐπιόντας ἀποκρούσεσθαι.»
[12] Ο Μαρδόνιος (525-479 π.Χ.)υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Πέρσες στρατηγούς, γαμπρός του Βασιλιά Δαρείου και εξάδελφος του Ξέρξη Α΄. Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκστρατεία κατά της Ελλάδος και ηγήθηκε του περσικού στρατού στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.), όπου σκοτώθηκε από το σπαρτιάτη Αρίμνηστο.
ΤΕΛΟΣ