Από: Αντιστράτηγο ε.α. Ιωάννη Κρασσά
«Η ήττα είναι η κοινή μοίρα κάθε στρατιώτη. Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να ντρέπεται κανείς σε αυτήν. Το σημαντικό είναι να έχουμε εκτελέσει το καθήκον μας». Ο Αρχηγός του αυτοκρατορικού ναυτικού Ναύαρχος Χεϊχατσίρο Τόγκο (1848–1934) προς τον νοσηλευόμενο αιχμάλωτο Ναύαρχο Ζινόβι Ροζεστβένσκι (1848-1909), διοικητού του ρωσικού στόλου κατά τη ναυμαχία της Τσουσίμα.
Οι Αυτοκράτορες και οι Αυτοκρατορίες
Ο 26ος Τσάρος της Ρωσίας Νικόλαος Β΄[1] (1868–1918) υπήρξε ο τελευταίος ηγεμόνας της δυναστείας των Ρομανόφ[2]. Κατά την περίοδο της μοναρχίας του (1894–1917) η Ρωσία αποτελούσε μια απέραντη, διηπειρωτική δύναμη που εκτεινόταν από την Ανατολική Ευρώπη μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο πληθυσμός της ανερχόταν σε 132 εκατομμύρια και καταλάμβανε έκταση 22.800.000 τ.χλμ., το 1/6 της παγκόσμιας ξηράς με το 1/4 να βρίσκεται στην Ευρώπη και το υπόλοιπο στην Ασία. Περιλάμβανε τη Φινλανδία, την Πολωνία, τις Βαλτικές χώρες, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Ήταν μεγαλύτερη κατά 5,7 εκατομμύρια τ.χλμ. σε σχέση με τη Ρωσική ομοσπονδία σήμερα (17.098.000 τ.χλμ.). Η Ρωσία ήταν μια αυτοκρατορία των άκρων: μια παγκόσμια υπερδύναμη με τεράστια εδάφη, η οποία έπρεπε όμως να απαλλαγεί από το αναχρονιστικό φεουδαρχικό σύστημα, να εκσυγχρονιστεί και να βιομηχανοποιηθεί.

Στις αρχές του 20ου αιώνος η Ιαπωνία είχε πληθυσμό 44 εκατομμύρια κατοίκους και έκταση 382.000 τ.χλμ., η οποία περιλάμβανε τα βασικά νησιά της και επιπλέον την Ταϊβάν την οποία προσάρτησε το 1895. Ο 122ος Αυτοκράτορας της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου Μέϊτζι[3] (1852–1912), έθεσε ως στόχο η Ιαπωνία να καταστεί ισχυρή τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. Το όνομά του σημαίνει «Φωτισμένη Διακυβέρνηση» και κατά την βασιλεία του μεταμόρφωσε την πατρίδα του από ένα απομονωμένο φεουδαρχικό κράτος σε μια σύγχρονη παγκόσμια υπερδύναμη. Ο Μέϊτζι συνειδητοποίησε εγκαίρως ότι για να μην γίνει η Ιαπωνία αποικία της Δύσεως, έπρεπε να αποκτήσει ισχύ όπως αυτή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Περιέγραψε το όραμά του με το ρητό «Φουκόκου Κιόχεϊ», που μεταφράζεται ως «Πλούσια Χώρα, Ισχυρός Στρατός». Αναδιοργάνωσε το ιαπωνικό ναυτικό στα πρότυπα του βρετανικού, ενώ για τον στρατό επέλεξε το πρωσικό μοντέλο. Επιθυμούσε η χώρα του να καταστεί η Μεγάλη Βρετανία του Ειρηνικού Ωκεανού.
Τα Προηγηθέντα του Πολέμου Γεγονότα
Ο Πρώτος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (Ιούλιος 1894–Απρίλιος 1895) άλλαξε ριζικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Ασία. Η Ιαπωνία νίκησε στην ξηρά και στην θάλασσα την Κίνα η οποία υπερτερούσε αριθμητικά, αλλά όχι ποιοτικά. Η Κίνα μη δυνάμενη να συνεχίσει τον πόλεμο, συνθηκολόγησε καταβάλλοντας υψηλές πολεμικές αποζημιώσεις και παραχωρώντας στην Ιαπωνία την νήσο Φορμόζα (Ταϊβάν), τα νησιά Πεσκαδόρες και τη Χερσόνησο Λιαοντόγκ στη Μαντζουρία, στην οποία υπήρχε η στρατηγικής σημασίας ναυτική βάση του Πορτ Άρθουρ. Αναγνώρισε επίσης την πλήρη ανεξαρτησία της Κορέας, τερματίζοντας την κινεζική επικυριαρχία αιώνων. Λίγες μέρες μετά τη συνθήκη, η Ρωσία, η Γαλλία και η Γερμανία ανάγκασαν την Ιαπωνία να επιστρέψει την Χερσόνησο Λιαοντόνγκ στην Κίνα. Η εθνική ταπείνωση προκάλεσε οργή στην Ιαπωνία και αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου του 1904-05. Η Ρωσία υπό την ιδιότητα της προστάτριας της Κίνας έλαβε την άδειά της να περάσει τον υπό κατασκευή υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο[4] δια μέσου της Μαντζουρίας προκειμένου να συντομεύσει τη διαδρομή μέχρι το Βλαδιβοστόκ[5]. Τον σιδηρόδρομο όμως συνόδευαν ρωσικά στρατεύματα, η παρουσία των οποίων βοήθησε την παραχώρηση από την Κίνα του στρατηγικού λιμένος του Πορτ Άρθουρ για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Το 1902 ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄[6] (1859–1941), μετά τη λήξη των μεγάλων ρωσικών ναυτικών γυμνασίων έστειλε ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα με ισχυρό συμβολισμό προς τον ξάδερφό του, τον Τσάρο Νικόλαο Β΄, «Ο Ναύαρχος του Ατλαντικού χαιρετά τον Ναύαρχο το Ειρηνικού (The Admiral of the Atlantic greets the Admiral of the Pacific)». Η φιλοφρόνηση έκρυβε μια βαθιά γεωπολιτική σκοπιμότητα. Ήταν μια ρεαλιστική προτροπή προς τη Ρωσία να επεκτείνει την κυριαρχία της προς τον Ειρηνικό, γιατί θεωρούσε ότι ο Ατλαντικός ανήκε στο χώρο των γερμανικών συμφερόντων.

Το 1902 η Ιαπωνία προσπάθησε να συνάψει συμφωνία με τη Ρωσία επιδιώκοντας η Κορέα να περιέλθει στην ιαπωνική σφαίρα επιρροής, ενώ η Μαντζουρία στην Ρωσική. Ο Τσάρος όμως τα ήθελε όλα. Οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν και η Ιαπωνία υπέγραψε συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο να τη συνδράμει σε περίπτωση πολέμου με τη Ρωσία. Η Ιαπωνία αποφάσισε ότι η κατάληψη της Κορέας θα επιτυγχανόταν μόνο με τη χρήση στρατιωτικής βίας.
Η Ιαπωνική Πρωτοβουλία
Το ιαπωνικό επιτελείο αποφάσισε να διεξάγει έναν σύντομο πόλεμο προτού ενισχυθεί η δύναμη των 125.000 Ρώσων στρατιωτών που είχαν μεταφερθεί στη Μαντζουρία και η ναυτική μοίρα των 7 θωρηκτών που στάθμευε στο Πορτ Άρθουρ. Οι Ιάπωνες διέθεταν μια ετοιμοπόλεμη δύναμη 270.000 ανδρών την οποία θα αποβίβαζαν στην Κορέα, ενώ ο στόλος αποτελούμενος από 6 θωρηκτά θα ενεργούσε κατά του Πορτ Άρθουρ. Τη νύκτα της 8ης Φεβρουαρίου 1904, πριν την επίσημη κήρυξη του πολέμου, 9 ιαπωνικά αντιτορπιλικά εισήλθαν στο Πορτ Άρθουρ με στόχο τον αγκυροβολημένο ρωσικό στόλο. Η κίνηση πέτυχε αλλά από τις 16 τορπίλες που εξαπολύθηκαν μόνο 3 εξερράγησαν, οι οποίες όμως προκάλεσαν ζημιές στα δύο καλύτερα ρωσικά θωρηκτά. Την επομένη η Ιαπωνία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Μετά τη ναυτική καταδρομική ενέργεια μια σειρά από συγκρούσεις στην θάλασσα και στην ξηρά έκριναν την έκβαση του πολέμου.
Τα Κυριότερα Γεγονότα του Πολέμου
Η Μάχη του Γιαλού
Την 1η Μαΐου 1904, στο ποταμό Γιαλού στα σύνορα Κορέας και Κίνας, πλησίον της σημερινής πόλης Σινούιτζου (Sinuiju) της Βόρειας Κορέας, η 1η Ιαπωνική Στρατιά υπό τον Στρατηγό Κουρόκι Ταμεμότο[7] (1844–1923) νίκησε το 2ο Σώμα Στρατού της Σιβηρίας, υπό τον Αντιστράτηγο Μιχαήλ Ζασούλιτς[8] (1843–1910), καταρρίπτοντας τον μύθο του «αήττητου» της τσαρικής Ρωσίας. Ο Ζασούλιτς όπως πολλοί άλλοι συνάδελφοί του θεωρούσε τους Ιάπωνες υποδεέστερους αντιπάλους, γεγονός που τον οδήγησε σε μοιραία λάθη. Υπήρξε η πρώτη φορά που ένας ασιατικός στρατός νικούσε έναν ευρωπαϊκό, υιοθετώντας μάλιστα την τακτική και τα όπλα του τελευταίου. Οι Ρώσοι υπέστησαν υπερδιπλάσιες απώλειες σε σχέση με τους Ιάπωνες, χάνοντας σημαντικό μέρος του πυροβολικού τους. Από στρατιωτικής απόψεως η νίκη επέτρεψε στους Ιάπωνες να εισέλθουν στην Μαντζουρία και να πολιορκήσουν το Πορτ Άρθουρ.

Ναυτικές Επιχειρήσεις
Στις 13 Απριλίου 1904, ο Διοικητής του Ρωσικού στόλου του Ειρηνικού Αντιναύαρχος Στεπάν Μακάρωφ[9] (1849–1904) οδήγησε την ναυτική του μοίρα εκτός του λιμένος για να βοηθήσει ένα ρωσικό αντιτορπιλικό που είχε παγιδευτεί από τους Ιάπωνες. Κατά την επιστροφή του στόλου, η ναυαρχίδα του, το θωρηκτό Πέτρος και Παύλος (Petropavlovsk), προσέκρουσε σε ιαπωνικές νάρκες με αποτέλεσμα να βυθιστεί αύτανδρο μέσα σε ελάχιστο χρόνο, παρασύροντας στον θάνατο τον Μακάρωφ και τα 650 μέλη του πληρώματος. Στις 15 Μαΐου ήρθε η σειρά των Ιαπώνων να χάσουν δύο θωρηκτά μετά από πρόσκρουση σε νάρκες. Το γεγονός δεν απέτρεψε τον Αρχηγό του αυτοκρατορικού ναυτικού Ναύαρχο Χεϊχατσίρο Τόγκο[10], τον επονομαζόμενο από τους δυτικούς ανταποκριτές «ο Νέλσον της Ανατολής», να συνεχίσει τον ναυτικό αποκλεισμό και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών. Οι Ρώσοι προσπάθησαν να μεταφέρουν τα πλοία τους στο Βλαδιβοστόκ, αλλά εμποδίστηκαν από τους Ιάπωνες χάνοντας ακόμη ένα θωρηκτό.

Χερσαίες Επιχειρήσεις
Οι Ιάπωνες όλο αυτό το διάστημα αποβίβαζαν στρατεύματα με σκοπό να καταλάβουν το Πορτ Άρθουρ προκειμένου να ολοκληρώσουν την κατάληψη της Κορέας. Ο Αρχηγός των ρωσικών δυνάμεων Στρατηγός Αλεξέι Κουρουπάτκιν[11] (1848–1925) υιοθέτησε την τακτική της επιβραδύνσεως επιδιώκοντας να προκαλεί απώλειες στον εχθρό, αποφεύγοντας την μετωπική σύγκρουση, μέχρι να ενισχυθεί με τα απαραίτητα στρατεύματα. Ο Κουρουπάτκιν πίστευε πάντα ότι οι Ιάπωνες διέθεταν πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις από τις πραγματικές, με αποτέλεσμα να υποχωρεί ακόμα και όταν είχε το πλεονέκτημα.
Η Κατάληψη του Πορτ Άρθουρ
Στις 2 Ιανουαρίου 1805, μετά από επτάμηνη πολιορκία, ο Ρώσος Αντιστράτηγος Ανατόλι Στέσελ[12] (1848–1915) αποφάσισε αυτοβούλως να παραδώσει το Πορτ Άρθουρ στον Στρατηγό Νόγκι Μαρεσούκε (1849–1912), χωρίς να συμβουλευτεί το πολεμικό συμβούλιο των αξιωματικών του και χωρίς να ενημερώσει τον Τσάρο. Την ημέρα της παραδόσεως, το οχυρό διέθετε πυρομαχικά και εφόδια για εβδομάδες. Το τηλεγράφημα που έστειλε στον Τσάρο άρχιζε με τις λέξεις: «Μεγάλε Μονάρχη, συγχώρεσε...». Η κατάληψη του Πορτ Άρθουρ αποδέσμευσε 100.000 άνδρες του ιαπωνικού στρατού για άλλες αποστολές.
Η Μάχη του Μούκδεν
Το Μούκδεν (Mukden) βρίσκεται στη βορειοανατολική Κίνα, στην ιστορική περιοχή της Μαντζουρίας. Είναι η σημερινή πόλη Σενγιάνγκ (Shenyang), πρωτεύουσα της επαρχίας Λιαονίνγκ. Η περιοχή αποτέλεσε το πεδίο μίας εκ των μεγαλύτερων μαχών πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τις 20 Φεβρουαρίου έως τις 10 Μαρτίου 1905, 340.000 Ρώσοι στρατιώτες με 1.475 πυροβόλα και 56 πολυβόλα υπό τον Στρατηγό Κουρουπάτκιν, αντιμετώπισαν 270.000 Ιάπωνες με 1.060 πυροβόλα και 200 πολυβόλα υπό τον Στρατάρχη Ογιάμα Ιβάο[13]. Μετά από μια πολύνεκρη σύγκρουση, οι Ιάπωνες αναδείχθηκαν νικητές. Οι ρωσικές δυνάμεις έχασαν 90.000 άνδρες, ενώ οι ιαπωνικές 70.000.

Η Ναυμαχία της Τσουσίμα
Τον Οκτώβριο του 1904, ο ρωσικός στόλος της Βαλτικής υπό τον Ναύαρχο Ζινόβι Ροζεστβένσκι[14] (1848-1909) αναχώρησε προς ενίσχυση του στόλου της ανατολής ως 2η Μοίρα του Ειρηνικού, κάνοντας το περίπλου της Αφρικής. Τον Νοέμβριο του 1904 μία ανεξάρτητη Μοίρα (6 Πλοία) υπό τον Πλοίαρχο Λεονίντ Ντομπροτβόρσκι (1856–1915) αναχώρησε δια της Μεσογείου από τη Βαλτική και τον Ιανουάριο του 1905 ενσωματώθηκε με τον προπορευόμενο ρωσικό στόλο στη Μαδαγασκάρη. Συγκροτήθηκε επιπροσθέτως η 3 Μοίρα του Ειρηνικού, υπό τον Υποναύαρχο Νικολάι Νεμπογκάτοφ, από γερασμένα και παρωχημένης τεχνολογίας πλοία. Τον Φεβρουάριο του 1905, αναχώρησε από την Βαλτική προς ενίσχυση του Ροζεστβένσκι, κινούμενη δια μέσου της Μεσογείου και της διώρυγας του Σουέζ. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν νοτίως της Κεϋλάνης τον Απρίλιο του 1905. Ο Ναύαρχος Ροζεστβένσκι, μετά από ένα επικό ταξίδι 18.000 ναυτικών μιλίων (33.000 χλμ), που διήρκησε 8 μήνες, κατά το οποίο διέτρεξε τη μισή υδρόγειο, βρέθηκε τελικά αντιμέτωπος με τον Ιαπωνικό στόλο στην Τσουσίμα. Το νησιωτικό σύμπλεγμα της Τσουσίμα βρίσκεται ανάμεσα στη νότια ακτή της Νότιας Κορέας και το κύριο ιαπωνικό νησί Κιούσου.

Πριν από την έναρξη της ναυμαχίας ο Τόγκο απέστειλε προς τον στόλο το ιστορικό σήμα «Η μοίρα της Αυτοκρατορίας εξαρτάται από αυτή τη μάχη. Έκαστος να επιτελέσει το καθήκον του». Στις 27 και 28 Μαΐου 1905, ο ιαπωνικός στόλος κατέστρεψε ολοκληρωτικά τον ρωσικό στόλο της Βαλτικής, γεγονός που αποτέλεσε το τελειωτικό πλήγμα για τη Ρωσία. Υπήρξε το απόλυτο αριστούργημα του Τόγκο και η πιο καθοριστική ναυμαχία του πολέμου. Ήταν η πρώτη αποφασιστική ναυμαχία στην ιστορία όπου συγκρούστηκαν σύγχρονα θωρηκτά. Η μάχη εξελίχθηκε εφιαλτικά για τη Ρωσία, η οποία έχασε όλα τα θωρηκτά της, τα περισσότερα από τα καταδρομικά και αντιτορπιλικά της. Οι Ιάπωνες βύθισαν ή αιχμαλώτισαν συνολικά 21 ρωσικά πολεμικά πλοία, ενώ έχασαν μόνο 3 τορπιλοβόλα. Οι ρωσικές απώλειες ανήλθαν σε 216 αξιωματικούς και 4.614 ναύτες νεκρούς και σε 278 αξιωματικούς και 5.629 άνδρες αιχμαλώτους, ενώ 79 αξιωματικοί και 1.783 άνδρες τέθηκαν υπό περιορισμό σε ουδέτερα λιμάνια. Οι Ρώσοι ναύαρχοι Ροζεστβένσκι και Νεμογκάτοφ αιχμαλωτίσθηκαν. Οι Ιάπωνες μέτρησαν 117 νεκρούς και 583 τραυματίες (αξιωματικοί και άνδρες).

Ο Τερματισμός του Πολέμου
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Θεόδωρος Ρούσβελτ[15] (1901–1909) πρότεινε στους εμπολέμους να συναντηθούν στο Πόρτσμουθ του Νιου Χάμσαϊρ των ΗΠΑ, προκειμένου να διαπραγματευθούν τη σύναψη ειρήνης. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1905, υπογράφτηκε η ομώνυμη συνθήκη στο Πόρτσμουθ με την οποία τερματίσθηκε επίσημα ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος. Η Ρωσία αποδέχθηκε:
- Να παραχωρήσει στην Ιαπωνία όλα τα δικαιώματα εκμισθώσεως της Χερσονήσου Λιαοντόνγκ, συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής ναυτικής βάσεως του Πορτ Άρθουρ και του εμπορικού λιμένος του Ντάλιεν.
- Να διατηρήσει το βόρειο τμήμα της νήσου Σαχαλίνης, αλλά να εκχωρήσει το νότιο στην Ιαπωνία, χωρίς την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως.
- Να παραδώσει στην Ιαπωνία τον έλεγχο του Νότιου Μαντζουριανού Σιδηροδρόμου (από το Τσανγκτσούν έως το Πορτ Άρθουρ), ο οποίος αποτελούσε κλάδο του Υπερσιβηρικού. Με αυτόν τον τρόπο, η Ιαπωνία απέκτησε τον οικονομικό και στρατιωτικό έλεγχο της νότιας Μαντζουρίας.
- Να αναγνωρίσει την Κορέα ως αποκλειστική σφαίρα επιρροής της Ιαπωνίας (πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά) και δεσμεύτηκε να μην παρεμβαίνει στις εκεί ιαπωνικές ενέργειες. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για την πλήρη προσάρτηση της Κορέας από την Ιαπωνία το 1910.
Οι δύο χώρες συμφώνησαν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από τη Μαντζουρία και να αποδώσουν την περιοχή στην Κίνα. Εντούτοις η Ιαπωνία διατήρησε τα σιδηροδρομικά της δικαιώματα και τις φρουρές.
Η Ρωσία αρνήθηκε κατηγορηματικά να πληρώσει έστω και ένα ρούβλι ως πολεμική αποζημίωση, με την Ιαπωνία να αποδέχεται το αίτημα.
Οι Συνέπειες του Πολέμου
Η ταπεινωτική ήττα κλόνισε συθέμελα το γόητρο του Τσάρου Νικολάου Β΄. Η λαϊκή δυσαρέσκεια οδήγησε στην εξέγερση του 1905, η οποία αποτέλεσε τον προάγγελο της τελικής ανατροπής του τσαρικού καθεστώτος το 1917.
Η Ιαπωνία εδραιώθηκε ως η κυρίαρχη δύναμη στην Ασία και έγινε δεκτή στη λέσχη των μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων, ανοίγοντας τον δρόμο για τον μετέπειτα ακραίο μιλιταρισμό της.
Η πρόβλεψη του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ για τον Τσάρο Νικόλαο Β΄ ως «Ναύαρχος του Ειρηνικού» αποδείχθηκε εσφαλμένη.
Ο Διοικητής του Πορτ Άρθουρ Αντιστράτηγος Στέσελ, μετά την επιστροφή του από την ιαπωνική αιχμαλωσία, παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο, κατηγορούμενος για ανυπακοή και δειλία. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και τον καταδίκασε σε θάνατο διά τουφεκισμού, αλλά ο Τσάρος μετέτρεψε την ποινή σε 10ετή κάθειρξη. Ο Στρατηγός Νόγκι Μαρεσούκε αναδείχθηκε σε εθνικό ήρωα της Ιαπωνίας και αποτέλεσε το απόλυτο σύμβολο της πίστης, της αυτοθυσίας σύμφωνα με το κώδικα τιμής «Μπουσίντο»[16] Σαμουράι. Κατά την πολιορκία του Πορτ Άρθουρ έχασαν τη ζωή τους δεκάδες χιλιάδες Ιάπωνες στρατιώτες, ανάμεσα στους οποίους και οι δύο του γιοι. Η οδύνη της απώλειας τον οδήγησε να ζητήσει άδεια από τον Αυτοκράτορα θέσει τέλος στη ζωή του κάνοντας σεπούκου[17]. Ο Αυτοκράτορας απέρριψε το αίτημά του, διατάζοντάς τον μην προβεί σε καμμία ενέργεια όσο βρίσκεται εν ζωή. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1912, την ημέρα της κηδείας του Αυτοκράτορα Μεϊτζί, ο Στρατηγός Νόγκι Μαρεσούκε και η σύζυγός του Σιζούκο, αυτοκτόνησαν τελετουργικά στο σπίτι τους στο Τόκιο.

Διαπιστώσεις Συμπεράσματα
Η Ιαπωνία κυριάρχησε στα πεδία των μαχών λόγω γεωγραφικής εγγύτητος και καλύτερης οργανώσεως.
Η Ρωσία εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο με αποτέλεσμα η αποστολή ενισχύσεων να πραγματοποιείται με αργό ρυθμό. Αντίθετα, η Ιαπωνία βρισκόταν πλησίον του μετώπου, μεταφέροντας στρατεύματα και εφόδια με ασφάλεια δια θαλάσσης.
Ο Ιαπωνικός Στρατός, εκπαιδευμένος στα πρωσικά πρότυπα, διέθετε εξαιρετικό πυροβολικό, υψηλό φρόνημα και σύγχρονο δίκτυο τηλεπικοινωνιών. Οι Ρώσοι, παρά την ηγεσία των χαμηλών αντανακλαστικών του Στρατηγού Αλεξέι Κουρουπάτκιν, πολέμησαν γενναία, αλλά αναλώθηκαν σε παθητική άμυνα και συνεχείς υποχωρήσεις.
Η ναυτική ισχύς έκρινε την έκβαση του πολέμου. Η Ιαπωνία πέτυχε την απόλυτη θαλάσσια κυριαρχία καταστρέφοντας διαδοχικά δύο ρωσικούς στόλους. Τα ιαπωνικά πλοία, κατασκευασμένα κυρίως σε βρετανικά ναυπηγεία, ήταν ταχύτερα, διέθεταν ανώτερα σκοπευτικά συστήματα και σύγχρονες επικοινωνίες. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν τη νέα εκρηκτική ύλη Shimose, η οποία προκαλούσε καταστροφικές πυρκαγιές στα εχθρικά καταστρώματα. Τα ρωσικά πλοία υπέφεραν από κακή συντήρηση και χαμηλή ποιότητα πυρομαχικών.
Η προβληματική και παραπατούσα κινέζικη αυτοκρατορία του 1900, έχει εξελιχθεί σήμερα στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη του πλανήτη. Οι περιοχές της Μαντζουρίας, του Πορτ Άρθουρ και της Λιαοντόνγκ, οι οποίες το 1900 αποτέλεσαν το μήλο της έριδος ανάμεσα σε Ρωσία και Ιαπωνία, στις ημέρες μας βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο του Πεκίνου. Η σημερινή Κίνα έχει αντιστρέψει πλήρως τους όρους, έχοντας μετατρέψει τη Ρωσία στον "μικρότερο" οικονομικό εταίρο της και την Ιαπωνία σε μια χώρα που ανησυχεί για την κινεζική στρατιωτική υπεροχή στην περιοχή.
Κατά τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, οι εμπόλεμοι τήρησαν τον κώδικα τιμής που απορρέει από τον σεβασμό του αντιπάλου και βασίζεται στην ηθική των πολεμιστών. Οι άγραφοι κανόνες του ιπποτισμού στο πεδίο της μάχης αποτέλεσαν τα θεμέλια του σύγχρονου Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου (ΔΑΔ), το οποίο μετουσιώθηκε σε δεσμευτικές διεθνείς συνθήκες που υπογράφηκαν από όλες σχεδόν τις χώρες της γης. Σήμερα στις ένοπλες συγκρούσεις επικρατούν τα πλέον πρωτόγονα πάθη, ενώ αρκετοί ηγέτες έχουν ασπασθεί την αγοραία συμπεριφορά στις επίσημες εμφανίσεις τους
Αντιστράτηγος ε.α Ιωάννης Κρασσάς
Ιούνιος 2026
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό «ΗΛΙΟΥ», Αθήνα 1951.
- ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΡΥΣΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα 1968.
- Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITTANICA, Εκδοτικός οί-κος ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 2007.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Ο Τσάρος Νικόλαος Β’ (1868-1918) ήταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας (Τσάρος) της Ρωσίας, ο οποίος κυβέρνησε από την 1η Νοεμβρίου 1894 έως την παραίτησή του στις 15 Μαρτίου 1917. Η Σύζυγος του ήταν η Αλεξάνδρα Φιόντοροβνα (1878-1918). Η βασιλεία του σημαδεύτηκε από την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και το βίαιο τέλος της δυναστείας των Ρομανόφ. Την 17η Ιουλίου 1918 εκτελέστηκε από τους Μπολσεβίκους σε ηλικία 50 ετών στο Αικατερίνμπουργκ.

[2] Η Δυναστεία των Ρομανόφ (Romanov) ήταν ο δεύτερος και τελευταίος κυβερνών βασιλικός οίκος της Ρωσίας. Κυβέρνησε τη χώρα για 304 χρόνια, από το 1613 έως την ανατροπή της το 1917, μετατρέποντας τη Ρωσία από ένα απομονωμένο μεσαιωνικό βασίλειο σε μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της παγκόσμιας ιστορίας.
[3] Ο Αυτοκράτορας Μέιτζι [1852-1967 (Μουτσουχίτο/Mutsuhito)] ήταν ο 122ος Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας, ο οποίος κυβέρνησε από τις 3 Φεβρουαρίου 1867 έως τον θάνατό του στις 30 Ιουλίου 1912. Είναι ο ηγέτης που μεταμόρφωσε την Ιαπωνία από ένα απομονωμένο, φεουδαρχικό κράτος σε μια σύγχρονη, παγκόσμια βιομηχανική και στρατιωτική υπερδύναμη. Οι κυριότερες αλλαγές της εποχής του περιλαμβάνουν:
- Την υιοθέτηση δυτικών τεχνολογιών, επιστημών, νομικών συστημάτων και ενδυμασίας.
- Την μεταφορά Πρωτεύουσας από το Κιότο στο Έντο, το οποίο μετονομάστηκε σε Τόκιο (Ανατολική Πρωτεύουσα).
- Την ταχεία κατασκευή σιδηροδρόμων, τηλεγραφικών δικτύων και εργοστασίων.
- Τη θέσπιση του το 1889 του πρώτου Συντάγματος της Ιαπωνίας (Σύνταγμα Μέιτζι), εγκαθιδρύοντας μια μορφή συνταγματικής μοναρχίας.

[4] Ο Υπερσιβηρικός Σιδηρόδρομος (Trans-Siberian Railway) είναι η μεγαλύτερη σιδηροδρομική γραμμή στον κόσμο, με συνολικό μήκος 9.289 χιλιόμετρα. Συνδέει την ευρωπαϊκή Ρωσία (Μόσχα) με τις ρωσικές επαρχίες της Άπω Ανατολής στο λιμάνι του Βλαδιβοστόκ στον Ειρηνικό Ωκεανό, διασχίζοντας το 1/3 του πλανήτη. Η διάρκεια ταξιδιού είναι Περίπου 7 ημέρες (168 ώρες) συνεχόμενης διαδρομής χωρίς στάσεις. Το τρένο διασχίζει 2 ηπείρους και 8 διαφορετικές χρονικές ζώνες.

[5] Το Βλαδιβοστόκ (Владивосток) είναι η σημαντικότερη πόλη-λιμάνι της Ρωσίας στον Ειρηνικό Ωκεανό και η τελική κατάληξη του θρυλικού Υπερσιβηρικού Σιδηροδρόμου. Το όνομά του μεταφράζεται κυριολεκτικά ως «Κυρίαρχος της Ανατολής», ανταποκρινόμενο πλήρως στον στρατηγικό, γεωπολιτικό και οικονομικό του ρόλο στην Άπω Ανατολή. Έχει περίπου 596.000 κατοίκους. Απέχει μόλις 45 χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Κίνα και 134 χιλιόμετρα από τη Βόρεια Κορέα. Αποτελεί την επίσημη έδρα του Στόλου του Ειρηνικού του Ρωσικού Ναυτικού.

[6] Ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄(1859 – 1941) ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας της Γερμανίας και βασιλιάς της Πρωσίας, ο οποίος βασίλευσε από το 1888 έως την αναγκαστική παραίτησή του το 1918, μετά τη ήττα της Γερμανίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γνωστός για τον εκρηκτικό του χαρακτήρα και τις φιλόδοξες πολιτικές του, υπήρξε κεντρική προσωπικότητα στην παγκόσμια ιστορία, διαμορφώνοντας τα γεγονότα που οδήγησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

[7] Ο Στρατηγός Κουρόκι Ταμεμότο (Kuroki Tamemoto, 1844–1923) υιός Σαμουράι, υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους και πιο επιτυχημένους στρατιωτικούς ηγέτες του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού. Έγινε παγκοσμίως γνωστός για τη δράση του κατά τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο (1904–1905), όπου υπηρέτησε ως διοικητής της 1ης Ιαπωνικής Στρατιάς.

[8] Αντιστράτηγος Μιχαήλ Ζασούλιτς (1843–1910). Η δράση του στον πόλεμο συνδέθηκε με μερικές από τις πιο οδυνηρές ήττες της Ρωσίας. Ως διοικητής του 2ου Σώματος Στρατού της Σιβηρίας, βρέθηκε αντιμέτωπος της 1ης Ιαπωνικής Στρατιάς του Στρατηγού Κουρόκι Ταμεμότο. Ο Ζασούλιτς ήταν βετεράνος του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1877–1878) και εφάρμοζε ξεπερασμένες στρατιωτικές θεωρίες, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες τακτικές του ιαπωνικού στρατού.

[9] Ο Αντιναύαρχος Στεπάν Μακάρωφ (1849–1904) ήταν ο ικανότερος και πιο σεβαστός Ρώσος διοικητής του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου. Υπήρξε εφευρέτης, ωκεανογράφος και πολικός εξερευνητής, παγκοσμίως γνωστός για τη συγγραφή βιβλίων ναυτικής τακτικής, την εφεύρεση της θεωρίας περί μη βυθίσεως των πλοίων και τη σχεδίαση του πρώτου πολικού παγοθραυστικού στον κόσμο.

[10] Ο Ναύαρχος Τόγκο Χεϊχατσίρο (1848–1934) υπήρξε ο κορυφαίος ναυτικός διοικητής του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού και μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου (1904–1905). Όπως και ο Στρατηγός Κουρόκι, ο Τόγκο προερχόταν από οικογένεια Σαμουράι Διακρινόταν για την παροιμιώδη ψυχραιμία του στις πιο κρίσιμες στιγμές των ναυμαχιών, παραμένοντας εκτεθειμένος στη γέφυρα της ναυαρχίδας του αψηφώντας τα εχθρικά πυρά.

[11] Ο Στρατηγός Αλεξέι Κουροπάτκιν (1848–1925) υπήρξε ο Αρχιστράτηγος των ρωσικών χερσαίων δυνάμεων στη Μαντζουρία κατά το μεγαλύτερο μέρος του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου (1904–1905) και μετέπειτα Υπουργός Πολέμου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η στρατηγική του επικρίθηκε έντονα, καθώς θεωρήθηκε ο κύριος υπεύθυνος για την αποτυχία της Ρωσίας να αναχαιτίσει την ιαπωνική προέλαση. Αν και θεωρούνταν εξαιρετικός θεωρητικός της στρατηγικής, αποδείχθηκε αναποφάσιστος και υπερβολικά επιφυλακτικός στο πεδίο της μάχης.

[12] Αντιστράτηγος Ανατόλι Στέσελ (1848–1915) υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και τραγικές φιγούρες του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου (1904–1905). Έμεινε στην ιστορία ως ο διοικητής της ρωσικής φρουράς κατά την Πολιορκία του Πορτ Άρθουρ, του οποίου η τελική απόφαση να παραδώσει το στρατηγικό αυτό οχυρό θεωρήθηκε από τη Ρωσία ως πράξη δειλίας και προδοσίας.

[13] Ο Στρατάρχης Ογιάμα Ιβάο (1842–1916) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες στρατιωτικούς ηγέτες και συνιδρυτής του σύγχρονου Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού. Εκπαιδεύτηκε στην Γαλλία και την Γερμανία, μεταλαμπαδεύοντας τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές τακτικές στην Ιαπωνία. Για τα επιτεύγματά του, ο Αυτοκράτορας του απένειμε τον ανώτατο τίτλο του Πρίγκιπος.

[14] Ο Ναύαρχος Ζινόβι Ροζεστβένσκι (1848-1909) ήταν ο Ρώσος διοικητής του οποίου η μοίρα συνδέθηκε άρρηκτα με την έκβαση του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, αποφοίτησε με άριστα από τη Ναυτική Ακαδημία Μιχαήλ και διακρίθηκε ως ειδικός στο ναυτικό πυροβολικό. Πολέμησε με γενναιότητα στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878). Οδήγησε έναν στόλο από παλιά και κακώς συντηρημένα πλοία σε ένα ταξίδι 18.000 ναυτικών μιλίων (33.000 χλμ) που διήρκεσε 8 μήνες.

[15] Ο Θεόδωρος Ρούσβελτ (Theodore Roosevelt) ήταν ο 26ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (1901–1909). Το 1901 σε ηλικία 42 ετών, ορκίσθηκε πρόεδρος των ΗΠΑ, μετά τη δολοφονία του Προέδρου Ουίλιαμ Μακ Κίνλεϊ (παραμένει ο νεότερος άνθρωπος που ανέλαβε ποτέ την προεδρία των ΗΠΑ). Υπήρξε ο πρώτος Αμερικάνος που έλαβε το Νόμπελ Ειρήνης, για την συμβολή του στον τερματισμό του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου). Έμεινε γνωστός για το δόγμα «Μίλα σιγά και κράτα ένα μεγάλο ρόπαλο» (Big Stick ideology), το οποίο σήμαινε ειρηνική διπλωματία αλλά με την ταυτόχρονη επίδειξη ισχυρής στρατιωτικής ισχύος.

Θεόδωρος Ρούσβελτ
[16] Το Μπουσίντο σημαίνει «Ο Δρόμος του Πολεμιστή» και είναι ο άγραφος κώδικας ηθικής, συμπεριφοράς και τρόπου ζωής των Ιαπώνων σαμουράι. Διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων και επηρέασε βαθιά την ιστορία, τον στρατό και την κουλτούρα της Ιαπωνίας.
[17] Το Σεπούκου γνωστό στη Δύση και ως Χαρακίρι είναι η τελετουργική αυτοκτονία με κόψιμο της κοιλιάς που αποτελούσε κεντρικό κομμάτι του κώδικα Μπουσίντο των σαμουράι. Δεν θεωρείται πράξη απελπισίας, αλλά μια άκρως επισημοποιημένη διαδικασία για την αποκατάσταση της χαμένης τιμής.
ΤΕΛΟΣ